musty
mus
ˈmʌs
μασ
ty
ti
τι
mushymistymussymusky

Ορισμός και σημασία του "musty"στα αγγλικά

01

μπογιατός, αποπνικτικός

having a stale, moldy, or damp odor, often associated with a lack of freshness and proper ventilation 
musty definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
mustiest
συγκριτικός βαθμός
mustier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
odor, perception, environment
Παραδείγματα
The old library had a musty smell, characteristic of aging books and neglected spaces. 

Η παλιά βιβλιοθήκη είχε μια μυρωδιά μούχλας, χαρακτηριστική των παλιών βιβλίων και των παραμελημένων χώρων.

02

μπογιαστός, μοχθηρός

having a stale or old taste, often implying lack of freshness 
Παραδείγματα
The bread had a musty flavor, suggesting it was past its prime. 

Το ψωμί είχε μια μπογιαστή γεύση, υποδηλώνοντας ότι είχε περάσει την ακμή του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mustiness
musty
must
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store