Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
musty
01
μπογιατός, αποπνικτικός
having a stale, moldy, or damp odor, often associated with a lack of freshness and proper ventilation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
mustiest
συγκριτικός βαθμός
mustier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
odor, perception, environment
Παραδείγματα
The old library had a musty smell, characteristic of aging books and neglected spaces.
Η παλιά βιβλιοθήκη είχε μια μυρωδιά μούχλας, χαρακτηριστική των παλιών βιβλίων και των παραμελημένων χώρων.
02
μπογιαστός, μοχθηρός
having a stale or old taste, often implying lack of freshness
Παραδείγματα
The bread had a musty flavor, suggesting it was past its prime.
Το ψωμί είχε μια μπογιαστή γεύση, υποδηλώνοντας ότι είχε περάσει την ακμή του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mustiness
musty
must



























