musket
mus
ˈmʌs
mas
ket
kɪt
kit
mesquitmesquitemascot

Ορισμός και σημασία του "musket"στα αγγλικά

01

μουσκέτο, φυτίλι όπλο

an early firearm with a long barrel, used by infantry from the 16th to 18th centuries 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
muskets
Παραδείγματα
The musket was a standard infantry weapon during the American Revolutionary War. 

Το μουσκέτο ήταν ένα τυπικό όπλο πεζικού κατά τον Αμερικανικό Επαναστατικό Πόλεμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

musketry
musket
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store