Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Musjid
01
τζαμί, μαστζίντ
(Islam) a Muslim place of worship
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
musjids
LanGeek



























