musically
mu
ˈmju:
μγου
sica
zɪk
ζικ
lly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "musically"στα αγγλικά

01

μουσικά, από μουσική άποψη

regarding or involving music, especially concerning musical composition, performance, or appreciation 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The concert was arranged musically to showcase a variety of genres and styles. 

Η συναυλία είχε διαταχθεί μουσικά για να παρουσιάσει μια ποικιλία ειδών και στυλ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unmusically
musically
musical
music
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store