to muse
muse
mju:s
myoos
mouse

Ορισμός και σημασία του "muse"στα αγγλικά

to muse
01

στοχάζομαι, αναλογίζομαι βαθιά

to think deeply and reflect 
Intransitive: to muse on a subject | to muse about a subject
to muse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
muse
γ΄ ενικό πρόσωπο
muses
ενεστώτα μετοχή
musing
απλός αόριστος
mused
παθητική μετοχή
mused
Παραδείγματα
Writers often muse on the complexities of human emotions when crafting characters. 

Οι συγγραφείς συχνά αναλογίζονται τις πολυπλοκότητες των ανθρώπινων συναισθημάτων όταν δημιουργούν χαρακτήρες.

01

μούσα, προστάτιδα μιας τέχνης ή επιστήμης

in ancient Greek mythology any of 9 daughters of Zeus and Mnemosyne; protector of an art or science 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muses
02

μούσα, πηγή έμπνευσης

a source of inspiration for an artist or author that gives them ideas or motivates them to create works of art 
Παραδείγματα
The mountains were her muse, inspiring countless landscape paintings. 

Τα βουνά ήταν η μούσα της, εμπνέοντας αμέτρητες τοπιογραφίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store