musette
mu
mju:
μγου
sette
ˈzɛt
ζετ

Ορισμός και σημασία του "musette"στα αγγλικά

01

μουσέτ

a small, lightweight French bagpipe with a cylindrical chanter and a double-reed mouthpiece 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
musettes
Παραδείγματα
The musician played a lively tune on the musette, infusing the air with the spirit of rural France. 

Ο μουσικός έπαιξε μια ζωντανή μελωδία στο musette, γεμίζοντας τον αέρα με το πνεύμα της αγροτικής Γαλλίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store