Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mumble
01
μουρμουρίζω, μιλώ ασαφώς
to speak in a low or unclear voice, often so that the words are difficult to understand
Intransitive
Transitive: to mumble sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mumble
γ΄ ενικό πρόσωπο
mumbles
ενεστώτα μετοχή
mumbling
απλός αόριστος
mumbled
παθητική μετοχή
mumbled
Παραδείγματα
He tends to mumble when he's nervous, making it challenging to follow his speech.
Τείνει να μουρμουρίζει όταν είναι νευρικός, κάνοντας δύσκολο να ακολουθήσεις τον λόγο του.
02
μασώ χωρίς δόντια, μασώ
to chew or gnaw on something using gums or without using the teeth
Transitive: to mumble food
Παραδείγματα
The elderly man mumbled his food, unable to chew properly due to his missing teeth.
Ο ηλικιωμένος άνδρας μασούσε το φαγητό του, ανίκανος να μασήσει σωστά λόγω των χαμένων δοντιών του.
Mumble
01
μουρμουρητό, μουσμουρίσματα
a soft indistinct utterance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mumbles
Λεξικό Δέντρο
mumbler
mumbling
mumbling
mumble



























