mum
mum
mʌm
μαμ
qumcumrumyum

Ορισμός και σημασία του "mum"στα αγγλικά

01

μαμά, μητέρα

a woman who raises or gives birth to a child 
Dialectbritish flagBritish
momamerican flagAmerican
mum definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
mums
αρσενικό ενικό
dad
θηλυκό ενικό
mum
neutral form
parent
Παραδείγματα
My mum always knows how to cheer me up when I'm feeling down. 

Η μαμά μου πάντα ξέρει πώς να με χαροποιήσει όταν νιώθω στεναχωρημένος.

02

μυστικό, σιωπή

secrecy 
01

άλαλος, σιωπηλός

failing to speak or communicate etc when expected to 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
mummest
συγκριτικός βαθμός
mummer
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, behavior, silence

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store