Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mum
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
mums
αρσενικό ενικό
dad
θηλυκό ενικό
mum
neutral form
parent
Παραδείγματα
My mum always knows how to cheer me up when I'm feeling down.
Η μαμά μου πάντα ξέρει πώς να με χαροποιήσει όταν νιώθω στεναχωρημένος.
02
μυστικό, σιωπή
secrecy
mum
01
άλαλος, σιωπηλός
failing to speak or communicate etc when expected to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
mummest
συγκριτικός βαθμός
mummer
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, behavior, silence
LanGeek



























