Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to multiply
01
πολλαπλασιάζω
(mathematics) to add a number to itself a certain number of times
Transitive: to multiply a number by another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
multiply
γ΄ ενικό πρόσωπο
multiplies
ενεστώτα μετοχή
multiplying
απλός αόριστος
multiplied
παθητική μετοχή
multiplied
Παραδείγματα
If you have 3 apples and multiply them by 2, you'll have 6 apples in total.
Αν έχετε 3 μήλα και τα πολλαπλασιάσετε με 2, θα έχετε 6 μήλα συνολικά.
02
πολλαπλασιάζω, αυξάνω
to significantly increase in quantity
Intransitive
Transitive: to multiply sth
Παραδείγματα
If you multiply your efforts, you will see better results.
Αν πολλαπλασιάσετε τις προσπάθειές σας, θα δείτε καλύτερα αποτελέσματα.
03
πολλαπλασιάζω, αναπαράγω
to produce more animals by having them reproduce
Transitive: to multiply animals
Παραδείγματα
Farmers multiply sheep to grow their flocks.
Οι αγρότες πολλαπλασιάζουν τα πρόβατα για να αυξήσουν τα κοπάδια τους.
04
πολλαπλασιάζομαι, αναπαράγομαι
to increase in number by producing offspring
Intransitive
Παραδείγματα
These plants multiply by spreading their seeds in the wind.
Αυτά τα φυτά πολλαπλασιάζονται διασπείροντας τους σπόρους τους στον αέρα.
multiply
01
με διάφορους τρόπους, σε πολλαπλές μορφές
in several manners or forms
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The teacher explained the concept multiply to help students understand.
Ο δάσκαλος εξήγησε την έννοια με διάφορους τρόπους για να βοηθήσει τους μαθητές να καταλάβουν.
Λεξικό Δέντρο
multiplied
multiply



























