multiplication
Pronunciation
/ˌməɫtəpɫəˈkeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "multiplication"στα αγγλικά

Multiplication
01

πολλαπλασιασμός

the process or action of adding a number to itself a specific number of times
multiplication definition and meaning
Παραδείγματα
Multiplication is one of the four basic operations in math, along with addition, subtraction, and division.
Ο πολλαπλασιασμός είναι μία από τις τέσσερις βασικές πράξεις στα μαθηματικά, μαζί με την πρόσθεση, την αφαίρεση και τη διαίρεση.
02

αναπαραγωγή, πολλαπλασιασμός

the process of producing offspring or increasing numbers of living organisms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Fish multiplication in the pond required careful monitoring.
Ο πολλαπλασιασμός των ψαριών στη λίμνη απαιτούσε προσεκτική παρακολούθηση.
03

πολλαπλασιασμός, πολλαπλασιασμός ταχύς

a rapid increase or expansion in quantity, size, or effect through repeated doubling or growth
Παραδείγματα
The invention caused multiplication of opportunities for small businesses.
Η εφεύρεση προκάλεσε πολλαπλασιασμό των ευκαιριών για τις μικρές επιχειρήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store