Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multilateral
01
πολυμερής, πολυμερής
involving several countries or parties in agreement or action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Multilateral talks helped resolve the conflict peacefully.
Οι πολυμερείς συνομιλίες βοήθησαν στην ειρηνική επίλυση της σύγκρουσης.
Λεξικό Δέντρο
multilateral
lateral
later



























