acceleration
ac
ək
ēk
ce
ˌsɛ
se
le
ra
ˈreɪ
rei
tion
ʃən
shēn
transmissiongeriatricianexasperationdialectician

Ορισμός και σημασία του "acceleration"στα αγγλικά

01

επιτάχυνση, αύξηση ταχύτητας

the rate at which a vehicle increases its speed over a specific distance or time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
accelerations
Παραδείγματα
The driver's car showed impressive acceleration coming out of the corner. 

Το αυτοκίνητο του οδηγού έδειξε εντυπωσιακή επιτάχυνση βγαίνοντας από την στροφή.

02

επιτάχυνση, αύξηση της ταχύτητας

an increase in the rate of change of something 
Παραδείγματα
There has been an acceleration in global temperature rise. 

Υπήρξε επιτάχυνση στην αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας.

03

επιτάχυνση, αύξηση της ταχύτητας

(physics) the increase in velocity over time 
Παραδείγματα
Acceleration measures how quickly an object's speed changes. 

Επιτάχυνση μετρά πόσο γρήγορα αλλάζει η ταχύτητα ενός αντικειμένου.

Λεξικό Δέντρο

acceleration
accelerate
acceler
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store