atom
a
ˈæ
ā
tom
təm
tēm
datumstratum

Ορισμός και σημασία του "atom"στα αγγλικά

01

άτομο, στοιχειώδες σωματίδιο

(science) the smallest part of a chemical element that is found in the nature 
atom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
atoms
Παραδείγματα
The atom is composed of a nucleus containing protons and neutrons, surrounded by electrons. 

Το άτομο αποτελείται από έναν πυρήνα που περιέχει πρωτόνια και νετρόνια, περιβαλλόμενο από ηλεκτρόνια.

02

άτομο, σωματίδιο

(nontechnical usage) a tiny piece of anything 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store