atom
Pronunciation
/ˈætəm/

Ορισμός και σημασία του "atom"στα αγγλικά

01

άτομο, στοιχειώδες σωματίδιο

(science) the smallest part of a chemical element that is found in the nature
atom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
atoms
Παραδείγματα
Scientists use sophisticated instruments such as electron microscopes to observe and study the structure of atoms.
Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν εξειδικευμένα όργανα όπως τα ηλεκτρονικά μικροσκόπια για να παρατηρήσουν και να μελετήσουν τη δομή των ατόμων.
02

άτομο, σωματίδιο

(nontechnical usage) a tiny piece of anything
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store