Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mugger
01
ληστής, κλεπταποδόχος
a person who attacks and robs people in a public place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muggers
Παραδείγματα
The mugger approached her in the dark alley and demanded that she hand over her purse.
Ο ληστής την πλησίασε στο σκοτεινό σοκάκι και απαίτησε να του δώσει την τσάντα της.



























