mugger
mu
ˈmʌ
ma
gger
buggerhuggerslugger

Ορισμός και σημασία του "mugger"στα αγγλικά

01

ληστής, κλεπταποδόχος

a person who attacks and robs people in a public place 
mugger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
muggers
Παραδείγματα
The mugger approached her in the dark alley and demanded that she hand over her purse. 

Ο ληστής την πλησίασε στο σκοτεινό σοκάκι και απαίτησε να του δώσει την τσάντα της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mugger
mug
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store