Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mug up
01
μελετώ εντατικά, παπαγαλίζω
to study or learn something quickly, especially in preparation for an exam or an important event
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
mug
ενεστώτας
mug up
γ΄ ενικό πρόσωπο
mugs up
ενεστώτα μετοχή
mugging up
απλός αόριστος
mugged up
παθητική μετοχή
mugged up
Παραδείγματα
With the exam approaching, he decided to mug up on the key concepts the night before.
Με την εξέταση να πλησιάζει, αποφάσισε να μελετήσει εντατικά τις βασικές έννοιες την προηγούμενη νύχτα.



























