Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mug up
[phrase form: mug]
01
μελετώ εντατικά, παπαγαλίζω
to study or learn something quickly, especially in preparation for an exam or an important event
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
mug
ενεστώτας
mug up
γ΄ ενικό πρόσωπο
mugs up
ενεστώτα μετοχή
mugging up
απλός αόριστος
mugged up
παθητική μετοχή
mugged up
Παραδείγματα
During finals week, many students are mugging up in the library until late hours.
Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας των τελικών εξετάσεων, πολλοί φοιτητές μελετούν εντατικά στη βιβλιοθήκη μέχρι αργά.



























