Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to muff
01
χαλάω, καταστρέφω
make a mess of, destroy or ruin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
muff
γ΄ ενικό πρόσωπο
muffs
ενεστώτα μετοχή
muffing
απλός αόριστος
muffed
παθητική μετοχή
muffed
02
χάνω, δεν πιάνω
fail to catch, as of a ball
Muff
01
μανσέτα, θερμοχειρίδα
a tubular handwarmer made of fur or fabric, typically worn by women during the winter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muffs
02
πτώση της μπάλας, απώλεια μπάλας
(sports) dropping the ball



























