to muff
Pronunciation
/ˈməf/

Ορισμός και σημασία του "muff"στα αγγλικά

to muff
01

χαλάω, καταστρέφω

make a mess of, destroy or ruin
to muff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
muff
γ΄ ενικό πρόσωπο
muffs
ενεστώτα μετοχή
muffing
απλός αόριστος
muffed
παθητική μετοχή
muffed
02

χάνω, δεν πιάνω

fail to catch, as of a ball
01

μανσέτα, θερμοχειρίδα

a tubular handwarmer made of fur or fabric, typically worn by women during the winter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muffs
02

πτώση της μπάλας, απώλεια μπάλας

(sports) dropping the ball
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store