mud
mud
mʌd
mad
cudlludbloodflood

Ορισμός και σημασία του "mud"στα αγγλικά

01

λάσπη, βούρκος

earth that has become wet 
mud definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After the rain, the backyard was covered in thick mud, making it challenging to walk without slipping. 

Μετά τη βροχή, η πίσω αυλή ήταν καλυμμένη με παχύ λάσπη, κάνοντας δύσκολο το περπάτημα χωρίς να γλιστρήσεις.

02

συκοφαντίες, δυσφημίες

slanderous remarks or charges 
to mud
01

λασπώνω, βουλιάζω στη λάσπη

soil with mud, muck, or mire 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mud
γ΄ ενικό πρόσωπο
muds
ενεστώτα μετοχή
mudding
απλός αόριστος
mudded
παθητική μετοχή
mudded
02

επιχρίω με λάσπη, ασβεστώνω με λάσπη

plaster with mud 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store