Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
Κυρία, Δεσποινίς
a title used before a woman's surname or full name as a form of address without indicating her marital status
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Mses
Παραδείγματα
The teacher, Ms. Wilson, has been praised for her innovative teaching methods.
Η δασκάλα, Κυρία Wilson, έχει επαινεθεί για τις καινοτόμες μεθόδους διδασκαλίας της.



























