Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mrs
01
Κυρία, Κα.
a formal title for a married woman
Παραδείγματα
Mrs. Lee taught history at the local high school for decades.
Η κ. Λι δίδασκε ιστορία στο τοπικό λύκειο για δεκαετίες.
02
Κυρία, Γυναίκα
a woman who is married to someone
Παραδείγματα
His Mrs is an accomplished artist.
Η κυρία του είναι μια accomplished καλλιτέχνης.



























