to mow
mow
məʊ
mew
nohpoeJoerow

Ορισμός και σημασία του "mow"στα αγγλικά

to mow
01

κουρεύω το γρασίδι, θερίζω

to cut grass, wheat, etc. with a gardening machine or handheld tools, such as a scythe 
Transitive: to mow vegetation
to mow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mow
γ΄ ενικό πρόσωπο
mows
ενεστώτα μετοχή
mowing
απλός αόριστος
mowed
παθητική μετοχή
mowed
Παραδείγματα
Every weekend, he spends time mowing the lawn to keep it well-manicured. 

Κάθε Σαββατοκύριακο, ξοδεύει χρόνο κουρεύοντας το γρασίδι για να το διατηρεί καλά περιποιημένο.

01

σοφίτα για άχυρο, αποθήκη άχυρου

a loft in a barn where hay is stored 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mows

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mower
mow
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store