Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moussaka
01
μουσακάς, ένα πιάτο με κιμά αρνιού
a dish of ground lamb with eggplants, onions, and tomatoes topped with cheese, originated in Greece
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moussakas



























