Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mousepad
01
πατάκι ποντικιού, mousepad
a small portable pad that provides traction for the ball of a computer mouse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mousepads
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mousepad
mouse
pad



























