Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mountainous
01
ορεινός, βουνοσκεπής
(of an area) having a lot of mountains
Παραδείγματα
Exploring the mountainous terrain required careful preparation and gear.
Η εξερεύνηση του ορεινού εδάφους απαιτούσε προσεκτική προετοιμασία και εξοπλισμό.
02
ορεινός, εντυπωσιακός
substantial or grand on a scale similar to that of a mountain
Παραδείγματα
The mountainous skyscraper towered over all the other buildings in the city.
Ο ορεικός ουρανοξύστης υψωνόταν πάνω από όλα τα άλλα κτίρια της πόλης.
03
ορεινός, ανώμαλος
having hills and crags
Λεξικό Δέντρο
mountainous
mountain



























