Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mountainous
01
ορεινός, βουνοσκεπής
(of an area) having a lot of mountains
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mountainous
συγκριτικός βαθμός
more mountainous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The mountainous region offers breathtaking views and challenging hikes.
Η ορεινή περιοχή προσφέρει εντυπωσιακές θέα και απαιτητικές πεζοπορίες.
02
ορεινός, εντυπωσιακός
substantial or grand on a scale similar to that of a mountain
Παραδείγματα
The mountainous pile of paperwork on his desk seemed insurmountable by the end of the week.
Ο ορεκτός σωρός χαρτιών στο γραφείο του φαινόταν αξεπέραστος μέχρι το τέλος της εβδομάδας.
03
ορεινός, ανώμαλος
having hills and crags
Λεξικό Δέντρο
mountainous
mountain



























