mountainous
moun
ˈmaʊn
mawn
tai
ti
nous
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "mountainous"στα αγγλικά

mountainous
01

ορεινός, βουνοσκεπής

(of an area) having a lot of mountains 
mountainous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mountainous
συγκριτικός βαθμός
more mountainous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, terrain, landscape
Παραδείγματα
The mountainous region offers breathtaking views and challenging hikes. 

Η ορεινή περιοχή προσφέρει εντυπωσιακές θέα και απαιτητικές πεζοπορίες.

02

ορεινός, εντυπωσιακός

substantial or grand on a scale similar to that of a mountain 
Παραδείγματα
The mountainous pile of paperwork on his desk seemed insurmountable by the end of the week. 

Ο ορεκτός σωρός χαρτιών στο γραφείο του φαινόταν αξεπέραστος μέχρι το τέλος της εβδομάδας.

03

ορεινός, ανώμαλος

having hills and crags 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mountainous
mountain
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store