Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mountaineer
01
ορειβάτης, αναρριχητής
a person who engages in the activity of climbing mountains
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mountaineers
Παραδείγματα
His dream, ever since he was a child, was to become a mountaineer and stand atop the world's tallest mountains.
Το όνειρό του, από τότε που ήταν παιδί, ήταν να γίνει ορειβάτης και να σταθεί στην κορυφή των ψηλότερων βουνών του κόσμου.
to mountaineer
01
ασχολούμαι με την ορειβασία, σκαρφαλώνω βουνά
climb mountains for pleasure as a sport
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
mountaineer
γ΄ ενικό πρόσωπο
mountaineers
ενεστώτα μετοχή
mountaineering
απλός αόριστος
mountaineered
παθητική μετοχή
mountaineered



























