Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Motorcar
01
αυτοκίνητο, αμάξι
a motor vehicle with four wheels; usually propelled by an internal combustion engine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motorcars
Λεξικό Δέντρο
motorcar
motor
car



























