athirst
a
ə
α
thirst
ˈθɜrst
θερρστ
/əˈθɜːst/

Ορισμός και σημασία του "athirst"στα αγγλικά

01

διψασμένος, λαχταριστός

having an extreme desire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most athirst
συγκριτικός βαθμός
more athirst
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After hearing the exciting news, he became athirst for success and recognition.
Αφού άκουσε τα συναρπαστικά νέα, έγινε διψασμένος για επιτυχία και αναγνώριση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store