Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to motivate
01
παρακινώ, ενθαρρύνω
to make someone want to do something by giving them a reason or encouragement
Transitive: to motivate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
motivate
γ΄ ενικό πρόσωπο
motivates
ενεστώτα μετοχή
motivating
απλός αόριστος
motivated
παθητική μετοχή
motivated
Παραδείγματα
The organization has successfully motivated individuals to participate in various charitable activities.
Ο οργανισμός έχει παρακινήσει με επιτυχία άτομα να συμμετάσχουν σε διάφορες φιλανθρωπικές δραστηριότητες.
Λεξικό Δέντρο
demotivate
motivated
motivating
motivate
motiv



























