Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mortarboard
01
πτυχιακή σκούφια, ακαδημαϊκό καπέλο
a black cap with a stiff square top and a tassel, worn as a sign of academic achievement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mortarboards
02
σανίδα κονιάματος, μυστρί
a square board with a handle underneath; used by masons to hold or carry mortar



























