mortal
mor
ˈmɔ:
maw
tal
təl
tēl
moral

Ορισμός και σημασία του "mortal"στα αγγλικά

01

θνητός, φθαρτός

capable of dying 
mortal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mortal
συγκριτικός βαθμός
more mortal
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
life, biology, existence
Παραδείγματα
Despite their advanced medical technology, humans remain mortal beings, eventually succumbing to death. 

Παρά την προηγμένη ιατρική τεχνολογία τους, οι άνθρωποι παραμένουν θνητά όντα, που τελικά υποκύπτουν στον θάνατο.

02

θανατηφόρος, μορταλ

causing or capable of causing death 
mortal definition and meaning
03

θνητός, μοιραίος

involving loss of divine grace or spiritual death 
04

αμείλικτος και θανατηφόρος, ανελέητος και θανατηφόρος

unrelenting and deadly 
01

θνητός, άνθρωπος

a human being 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mortals

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

immortal
mortality
mortally
mortal
mort
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store