Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mortal
01
θνητός, φθαρτός
capable of dying
Παραδείγματα
In literature, mortal characters often grapple with their mortality, facing existential questions about life and death.
Στη λογοτεχνία, οι θνητοί χαρακτήρες συχνά παλεύουν με τη θνητότητά τους, αντιμετωπίζοντας υπαρξιακά ερωτήματα για τη ζωή και το θάνατο.
02
θανατηφόρος, μορταλ
causing or capable of causing death
03
θνητός, μοιραίος
involving loss of divine grace or spiritual death
04
αμείλικτος και θανατηφόρος, ανελέητος και θανατηφόρος
unrelenting and deadly
Mortal
01
θνητός, άνθρωπος
a human being
Λεξικό Δέντρο
immortal
mortality
mortally
mortal
mort



























