Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mortally
01
θανατηφόρα, μέχρι θανάτου
in a way that results in death or severe harm
Παραδείγματα
The criminal act was committed mortally, leading to the tragic loss of innocent lives.
Η εγκληματική πράξη διέπραξε θανατηφόρα, οδηγώντας στην τραγική απώλεια αθώων ζωών.
Λεξικό Δέντρο
mortally
mortal
mort



























