Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mortality rate
01
ποσοστό θνησιμότητας, δείκτης θνησιμότητας
the number of deaths in a particular population over a specific period of time, usually expressed as a ratio or percentage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mortality rates
LanGeek



























