morpheme
mor
ˈmɔ:
μο
pheme
fi:m
φιμ

Ορισμός και σημασία του "morpheme"στα αγγλικά

01

μορφήμα, μικρότερη σημασιολογική μονάδα

(linguistics) the smallest meaningful unit of a language that does not necessarily stand alone and cannot be divided 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
morphemes
Παραδείγματα
In linguistics, a morpheme is the smallest unit of meaning or grammatical function in a language. 

Στη γλωσσολογία, ένα μορφήμα είναι η μικρότερη μονάδα σημασίας ή γραμματικής λειτουργίας σε μια γλώσσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

morphemic
morpheme
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store