atelier
ate
ˈeɪt
ειτ
lier
liər
λιαρ
/ˈe‍ɪtliɐ/

Ορισμός και σημασία του "atelier"στα αγγλικά

01

εργαστήριο

a workshop or studio where an artist or a designer works
atelier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ateliers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store