Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mordacious
01
δαγκωτικός, επιθετικός
(of animals) tending to bite or sting as a means of defense, feeding, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mordacious
συγκριτικός βαθμός
more mordacious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dog had become mordacious after being mistreated and would bite anyone who approached.
Ο σκύλος είχε γίνει δαγκωτός μετά την κακομεταχείριση και θα έδαγκωνε όποιον πλησίαζε.
Λεξικό Δέντρο
mordaciously
mordacious



























