Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mordacious
01
δαγκωτικός, επιθετικός
(of animals) tending to bite or sting as a means of defense, feeding, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mordacious
συγκριτικός βαθμός
more mordacious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Farmers had to carefully protect their livestock from the mordacious foxes that roamed the countryside.
Οι αγρότες έπρεπε να προστατεύουν προσεκτικά τα ζώα τους από τις δαγκωτικές αλεπούδες που περιφέρονταν στην ύπαιθρο.
Παραδείγματα
The columnist ’s mordacious writing style was aimed at uncovering hypocrisy and challenging the status quo.
Το δηκτικό στυλ γραφής του αρθρογράφου είχε ως στόχο να αποκαλύψει την υποκρισία και να αμφισβητήσει το κατεστημένο.
Λεξικό Δέντρο
mordaciously
mordacious



























