morbidity
mor
mɔr
μορ
bi
ˈbɪ
μπι
di
ντα
ty
ti
τι
/mɔːbˈɪdɪti/

Ορισμός και σημασία του "morbidity"στα αγγλικά

01

σκοτεινότητα, σκοτεινή κατάσταση

an unusually gloomy or unhealthy mental state
Παραδείγματα
The artist captured the morbidity of urban life in his paintings.
Ο καλλιτέχνης κατέγραψε την νοσηρότητα της αστικής ζωής στους πίνακές του.
02

νοσηρότητα, πρέβαλενς της ασθένειας

the prevalence of disease or injury within a specific population over a particular period
Παραδείγματα
Public health campaigns target behaviors that increase morbidity.
Οι καμπάνιες δημόσιας υγείας στοχεύουν σε συμπεριφορές που αυξάνουν την νοσηρότητα.
03

νοσηρότητα, νοσηρή κατάσταση

the state or quality of being physically unhealthful
Παραδείγματα
Nutritional deficiencies increase morbidity in children.
Οι διατροφικές ελλείψεις αυξάνουν την νοσηρότητα στα παιδιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store