Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Morbidity
01
σκοτεινότητα, σκοτεινή κατάσταση
an unusually gloomy or unhealthy mental state
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
morbidities
Παραδείγματα
His morbidity made social interactions difficult.
Η κατάθλιψή του καθιστούσε τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις δύσκολες.
02
νοσηρότητα, πρέβαλενς της ασθένειας
the prevalence of disease or injury within a specific population over a particular period
Παραδείγματα
High morbidity from infections prompted a public health alert.
Η υψηλή νοσηρότητα από λοιμώξεις προκάλεσε συναγερμό δημόσιας υγείας.
03
νοσηρότητα, νοσηρή κατάσταση
the state or quality of being physically unhealthful
Παραδείγματα
Air pollution contributes to the morbidity of local populations.
Η ατμοσφαιρική ρύπανση συμβάλλει στη νοσηρότητα των τοπικών πληθυσμών.



























