atavism
a
ˈæ
αι
ta
τα
vi
βι
sm
zəm
ζαμ

Ορισμός και σημασία του "atavism"στα αγγλικά

01

αταβισμός, προγονικό χαρακτηριστικό

an ancestral or ancient trait, feeling, outlook, activity, etc. that modern humans revert to 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
atavisms
Παραδείγματα
The sudden aggression he displayed seemed like an atavism from a primal past. 

Η ξαφνική επιθετικότητα που επέδειξε φαινόταν σαν αταβισμός από ένα πρωτόγονο παρελθόν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

atavism
atav
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store