Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Atavism
01
αταβισμός, προγονικό χαρακτηριστικό
an ancestral or ancient trait, feeling, outlook, activity, etc. that modern humans revert to
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
atavisms
Παραδείγματα
The child ’s instinct to climb trees seemed like an atavism from our evolutionary history.
Το ένστικτο του παιδιού να σκαρφαλώνει σε δέντρα φαινόταν σαν ένας αταβισμός από την εξελικτική μας ιστορία.
Λεξικό Δέντρο
atavism
atav



























