moody
Pronunciation
/ˈmudi/

Ορισμός και σημασία του "moody"στα αγγλικά

01

ιδιότροπος, ευμετάβλητος

experiencing frequent changes in mood, often without apparent reason or explanation
moody definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
moodiest
συγκριτικός βαθμός
moodier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The moody artist channeled their emotions into their work, creating pieces that reflected their inner turmoil.
Ο καπριτσιόζος καλλιτέχνης διοχέτευσε τα συναισθήματά του στη δουλειά του, δημιουργώντας έργα που αντανακλούσαν την εσωτερική του αναταραχή.
02

συνεχώς κατσουφιασμένος, μελαγχολικός

characterized by brooding, sulky, or sullen temperament
Παραδείγματα
He 's often moody in the mornings.
Συχνά είναι κακόκεφος τα πρωινά.

Λεξικό Δέντρο

moodily
moodiness
moody
mood
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store