Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moody
01
ιδιότροπος, ευμετάβλητος
experiencing frequent changes in mood, often without apparent reason or explanation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
moodiest
συγκριτικός βαθμός
moodier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's so moody lately, swinging between happiness and sadness from one moment to the next.
Είναι τόσο ευμετάβλητη τελευταία, πηγαίνει από την ευτυχία στη θλίψη από τη μια στιγμή στην άλλη.
02
συνεχώς κατσουφιασμένος, μελαγχολικός
characterized by brooding, sulky, or sullen temperament
Παραδείγματα
He was moody and refused to speak to anyone.
Ήταν κακόκεφος και αρνιόταν να μιλήσει σε κανέναν.
Λεξικό Δέντρο
moodily
moodiness
moody
mood



























