Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
monuments
Παραδείγματα
The towering monument was erected in honor of the soldiers who fought bravely in the war.
02
τάφος, μαυσωλείο
a burial vault or tomb, often for a notable person
Παραδείγματα
The royal monument housed the remains of the king.
Το βασιλικό μνημείο φιλοξενούσε τα λείψανα του βασιλιά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
monumental
monument



























