Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monotony
01
μονοτονία, μονοτονικότητα
the constant lack of change and variety that is boring
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monotonies
Παραδείγματα
The endless beige cubicles in the office added to the daily monotony of his job.
Τα ατελείωτα μπετζ κουμπακια στο γραφείο πρόσθεταν στην καθημερινή μονοτονία της δουλειάς του.
02
μονοτονία, ομοιομορφία
constancy of tone or pitch or inflection



























