Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
monochromous
01
μονόχρωμος, μονοχρωματικός
having or using only one color or shades of one color
Παραδείγματα
The monochromous theme of the gala required guests to wear outfits in different shades of black, creating a sleek and unified look.
Το μονόχρωμο θέμα της γκαλά απαιτούσε από τους καλεσμένους να φορούν ρούχα σε διαφορετικές αποχρώσεις του μαύρου, δημιουργώντας μια κομψή και ενοποιημένη εμφάνιση.
Λεξικό Δέντρο
monochromous
monochrome
chrome



























