Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monocracy
01
μονοκρατία, μοναρχική διακυβέρνηση
a system of governance where a singular authority rules without any legal or oppositional constraints
Παραδείγματα
In history class, students learned about the dangers of monocracy and the importance of checks and balances.
Στο μάθημα της ιστορίας, οι μαθητές έμαθαν για τους κινδύνους της μονοκρατίας και τη σημασία των ελέγχων και των ισορροπιών.



























