Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monochrome
01
μονόχρωμο, ασπρόμαυρο
a painting, drawing or photograph that is created with different shades of a single color or black and white
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
monochromes
Παραδείγματα
The artist’s latest exhibition features a stunning monochrome of deep blues, evoking a sense of calm and depth.
Η τελευταία έκθεση του καλλιτέχνη παρουσιάζει ένα εντυπωσιακό μονόχρωμο βαθύ μπλε, που προκαλεί αίσθημα ηρεμίας και βάθους.
02
μονόχρωμο, ασπρόμαυρο
a black-and-white photograph or slide
monochrome
01
μονόχρωμος, ασπρόμαυρος
(of a picture or photograph) containing or portraying images in black and white or different shades of a single color only
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most monochrome
συγκριτικός βαθμός
more monochrome
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
art, photography, color
Παραδείγματα
The artist's monochrome painting was entirely in shades of gray, creating a striking contrast with the vibrant colors around it.
Η μονόχρωμη ζωγραφική του καλλιτέχνη ήταν εξ ολοκλήρου σε αποχρώσεις του γκρι, δημιουργώντας μια εντυπωσιακή αντίθεση με τα ζωηρά χρώματα γύρω της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
monochromic
monochromous
monochrome
chrome



























