Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to monkey around
[phrase form: monkey]
01
κάνω τον χαζό, παίζω ανόητα
to engage in playful, often mischievous, or silly behavior without a clear purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
monkey
ενεστώτας
monkey around
γ΄ ενικό πρόσωπο
monkeys around
ενεστώτα μετοχή
monkeying around
απλός αόριστος
monkeyed around
παθητική μετοχή
monkeyed around
Παραδείγματα
Why are you monkeying around when there's work to be done?
Γιατί παίζεις τον πίθηκο όταν υπάρχει δουλειά να γίνει;



























