Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to monkey around
01
κάνω τον χαζό, παίζω ανόητα
to engage in playful, often mischievous, or silly behavior without a clear purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
monkey
ενεστώτας
monkey around
γ΄ ενικό πρόσωπο
monkeys around
ενεστώτα μετοχή
monkeying around
απλός αόριστος
monkeyed around
παθητική μετοχή
monkeyed around
Παραδείγματα
During the break, the kids like to monkey around in the playground, laughing and playing games.
Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, τα παιδιά αρέσκονται να κάνουν πιθήκους στη παιδική χαρά, γελώντας και παίζοντας παιχνίδια.



























