Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monitoring
01
παρακολούθηση, επιτήρηση
the act of regularly checking or observing something to ensure it is functioning correctly or to gather information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monitorings
Παραδείγματα
Ongoing monitoring of the project's progress helped meet deadlines.
Η συνεχής παρακολούθηση της προόδου του έργου βοήθησε στην τήρηση των προθεσμιών.
Λεξικό Δέντρο
monitoring
monitor



























