molten
mol
ˈməʊl
mewl
ten
tən
tēn
coltan

Ορισμός και σημασία του "molten"στα αγγλικά

01

λιωμένος, σε υγρή κατάσταση λόγω υψηλών θερμοκρασιών

heated to a liquid state due to high temperatures 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The molten lava flowed down the mountainside during the volcanic eruption. 

Η λιωμένη λάβα κυλάει κατά μήκος της πλαγιάς του βουνού κατά τη διάρκεια της ηφαιστειακής έκρηξης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store