Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to molt
01
πετώ φτερά, αλλάζω πτερά
(of animals or birds) to lose hair, feathers, etc. temporarily before they grow back
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
molt
γ΄ ενικό πρόσωπο
molts
ενεστώτα μετοχή
molting
απλός αόριστος
molted
παθητική μετοχή
molted
Παραδείγματα
The bird began to molt in the spring, shedding its old feathers for new ones.
Το πουλί άρχισε να αλλάζει φτερά την άνοιξη, ρίχνοντας τα παλιά του φτερά για νέα.
Molt
01
έκδυση, περίοδος πτερώσεως
periodic shedding of the cuticle in arthropods or the outer skin in reptiles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
molts
Λεξικό Δέντρο
molter
molting
molt



























