Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to molt
01
πετώ φτερά, αλλάζω πτερά
(of animals or birds) to lose hair, feathers, etc. temporarily before they grow back
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
molt
γ΄ ενικό πρόσωπο
molts
ενεστώτα μετοχή
molting
απλός αόριστος
molted
παθητική μετοχή
molted
Παραδείγματα
The deer molts in the late summer, replacing its old coat with a new one for the colder months.
Το ελάφι ρίχνει το τρίχωμά του στα τέλη του καλοκαιριού, αντικαθιστώντας το παλιό του τρίχωμα με ένα νέο για τους πιο κρύους μήνες.
Molt
01
έκδυση, περίοδος πτερώσεως
periodic shedding of the cuticle in arthropods or the outer skin in reptiles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
molts
Λεξικό Δέντρο
molter
molting
molt



























