molarity
mo
məʊ
mew
la
ˈlæ
ri
ri
ty
ti
ti
molality
molar concentration
M

Ορισμός και σημασία του "molarity"στα αγγλικά

01

μοριακότητα, μοριακή συγκέντρωση

the concentration of a solute in a solution, measured in moles per liter (mol/L or M) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
A solution with a molarity of 0.5 M means there are 0.5 moles of solute in each liter of the solution. 

Ένας διάλυμα με μοριακότητα 0,5 M σημαίνει ότι υπάρχουν 0,5 γραμμομόρια διαλυμένης ουσίας σε κάθε λίτρο του διαλύματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

molarity
molar
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store